Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Eudora Welty Aπό πού έρχεται η φωνή;

Έπεσε νύχτα. Το σκοτάδι ήταν αραιό όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Σε λίγο το φεγγάρι σηκώθηκε. Μια φάρμα απλωνόταν αρκετά ορατή, όπως μια άσπρη πέτρα στο νερό, ανάμεσα στα δέντρα και τα άχρωμα ξερά τους φύλλα. Με μια πιο προσεκτική και ερευνητική ματιά μπορούσε κανείς να διακρίνει όλα τα υπάρχοντα των Μόρτον —μέχρι και τις μικροσκοπικές ντοματιές στις τακτοποιημένες σειρές κοντά στο σπίτι, γκρίζες και ελαφριές σαν φτερά, τρομερές, εκτεθειμένες καθώς ήταν στην ευπάθεια. Το φεγγαρόφωτο κάλυπτε τα πάντα και φώτιζε το σκοτεινό διάγραμμα όλων, το αγροτόσπιτο όπου μόλις είχε σβήσει η λάμπα.
   Στο εσωτερικό ο Τζέισον και η Σάρα Μόρτον ήταν κουκουλωμένοι με το πάπλωμα σε ένα ξυλοκρέβατο που είχε φτιαχτεί πρόχειρα κοντά στο τζάκι. Μια φωτιά πετάριζε ακόμα στο τζάκι με έναν νυσταγμένο θόρυβο, ενώ το εξαντλημένο φως ανεβοκατέβαινε στον τοίχο, στα δοκάρια της σκεπής, και πάνω από το ξυλοκρέβατο που ήταν ξαπλωμένοι οι ηλικιωμένοι, σαν ένα πουλί που προσπαθούσε να βρει τρόπο να βγει από το δωμάτιο.   
   Η μακρόσυρτη, κουρασμένη αναπνοή του Τζέισον ήταν ο μόνος ήχος πέρα από το πετάρισμα της φωτιάς. Ήταν ξαπλωμένος κάτω από το πάπλωμα, με τα πόδια τεντωμένα, τυλιγμένος σαν φασόλι, το πρόσωπο στραμμένο στην πόρτα. Τα χείλη του άνοιγαν στο σκοτάδι και ανέπνεε, εξέπνεε και εισέπνεε αργά με κυματισμούς σαν μια συζήτηση ή μια ιστορία —μια απορία και ένας αναστεναγμός.
   Η Σάρα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα με το στόμα ορθάνοιχτο, σιωπηλή, αλλά δεν κοιμόταν. Είχε στυλωμένο το βλέμμα της στα σκοτεινά και αδιάκριτα σημεία ανάμεσα στα δοκάρια. Τα μάτια της φαίνονταν να είναι υπερβολικά ανοιχτά, τα ματόκλαδα καταπονημένα και μουδιασμένα, σαν ανοίγματα που τα είχαν τεντώσει χωρίς σχήμα και δεν είχαν πια χρησιμότητα. Για μια στιγμή μια φλόγα ορθώθηκε με συριγμό πάνω στο κούτσουρο και το προσωπάκι της, τα χλωμά της μαλλιά, καθώς και ένα χέρι που κρατούσε την άκρη του σκεπάσματος, έλαμψαν προς στιγμή με λαμπερό μπλε χρώμα. Κατόπιν τράβηξε το πάπλωμα και σκεπάστηκε μέχρι το κεφάλι.   
   Κάθε βράδυ ξάπλωναν τρέμοντας από το κρύο, η επικοινωνία μέσα στη μιζέρια τους δεν ήταν παραπάνω από αυτή που έχουν τα  χτυπημένα από καταιγίδα παντζούρια. Πολλές φορές περνούσαν πολλές μέρες, εβδομάδες χωρίς καθόλου λέξεις. Δεν ήταν και μεγάλοι —μόνο πενήντα χρόνων. όμως η ζωή τους είχε πολλή κούραση και μεγάλη έλλειψη της ανάγκης να μιλούν, με τη φτώχεια που φαινόταν να τους έχει περιβάλλει, όπως μια καταστροφή πολλή μεγάλη για να τη συζητάς, αλλά τους χώριζε και τους στερούσε την επιθυμία για συμπάθεια. Πιθανόν, χρόνια πριν, η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή με πάθος. Ποιος ξέρει;  
   Καθώς αδυνάτιζε η φωτιά, η αναπνοή του Τζέισον γινόταν όλο και πιο βαριά, ούτε καν ονειρευόταν. Εντελώς σκεπασμένο το κορμί της Σάρας, ελαφρύ όσο ένα κλαράκι, δεν διαγραφόταν καθόλου κάτω από το πάπλωμα. Για την ίδια, αυτή η έλλειψη βάρους ήταν η αιτία που δεν μπορούσε να ζεσταθεί.
   Πόσο την είχε κουράσει το κρύο! Πλέον μόνο αυτό μπορούσε να κάνει —να την κουράζει. Χρόνο με τον χρόνο ένιωθε σίγουρη πως θα πέθαινε πριν φύγει το κρύο. Τώρα, σύμφωνα με το ημερολόγιο, ήταν άνοιξη... Αλλά με το πέρασμα των χρόνων δεν υπήρχε αλλαγή. Έβγαζαν τα φυτά από τα κουτάκια τους, θα τα μεταφύτευαν πάντα νωρίς, και είχε τέτοια παγωνιά... Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν ψηλώσει, είχαν αναπτυχθεί, που το κρύο δεν τα είχε εμποδίσει και υπήρχε σοδειά;
   Σαν άκαρπο όνειρο, η Σάρα άρχισε να σκέφτεται την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στην αρχή σκεφτόταν απλώς τα χρώματα, το πράσινο και το κόκκινο, τη μυρωδιά του ήλιου στο έδαφος, το άγγιγμα στα φύλλα και τις ζεστές, γινωμένες ντομάτες. Μετά, έτσι καλυμμένη που ήταν κάτω απ’ το πάπλωμα, σκεφτόταν την πόλη Ντέξτερ την εποχή της φόρτωσης. Στο μυαλό της το μικρό σκονισμένο Ντέξτερ γινόταν θέατρο θρυλικού πανηγυρισμού, τόπος ευχαρίστησης. Σε κάθε του δρόμο χαμογελαστοί αγρότες έφερναν καρότσες με τις καλύτερες ντομάτες τους. Τα υπόστεγα συσκευασίας ήταν όλα στολισμένα —μπα, ήταν απλώς ο μαγιάτικος ήλιος που έλαμπε. Ο κύριος Πέρκινς, η ψιλή, όλο κίνηση μορφή του, ήταν στο επίκεντρο κάθε δραστηριότητας, αγόραζε, έδινε οδηγίες, ανέμιζε κίτρινα χαρτιά που πρέπει να ήταν τηλεγραφήματα, φώναζε με μεγάλη ανυπομονησία. Από την άλλη, αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης της φάρμας τους τώρα. Σειρές ολόκληρες με φορτηγά αυτοκίνητα εκτείνονταν σε αναμονή φόρτωσης. Ήταν πιθανό να έχουν γλιτώσει από την απειλή της παγωνιάς τόσες πολλές ντομάτες στον κόσμο; Και βέβαια ήταν. εδώ γινόταν η τέλεια παρέλαση των συσκευαστών από τη Φλόριντα, κατευθείαν από τη Φλόριντα, ηλιοκαμένοι, ξεκάλτσωτοι και μερικοί με τατουάζ. Στο καφέ απέναντι στον δρόμο έπαιζε το μουσικό κουτί, και ο κουτσός που περπατούσε σαν πάπια ήταν εκεί και έπαιρνε πόζες για μια δεκάρα για τους νεαρούς με τα κεφάλια κολλημένα. Με θριαμβευτικές φωνές οι άντρες μεθούσαν, και κάπου-κάπου ακουγόταν και μια πιστολιά. Στη σκιά τα παιδιά γιόρταζαν με ντοματομαχίες. Μια έντονη, μεθυστική, γλυκιά μυρωδιά πλανιόταν παντού. Τέτοιος ενθουσιασμός! Ας ξεκουραστούν οι συσκευαστές, έστω και για λίγο, σκέφτηκε η Σάρα. Να τεντωθούν καταϊδρωμένοι κάτω από τη σκιά των δέντρων και ένας να παίξει κιθάρα. Τα κορίτσια που συσκευάζουν, ακούν ενώ δουλεύουν. Τι μικρά μαύρα χέρια, κόκκινα από τον χυμό! Τα πρόσωπά τους πάντα νυσταγμένα και ξαναμμένα. όταν οι άντρες τις μιλάνε, εκείνες γελάνε... Ο Τζέισον και η Σάρα είναι κι αυτοί εκεί, στέκονται κάτω από τον καυτό ήλιο, στέκονται κοντά στο πρώτο υπόστεγο, δίνουν το δικό τους φορτίο, παρακολουθούν τις δικές τους ντομάτες, που τις σπρώχνουν στη διαδικασία, που καταβροχθίζονται, τις ξεχωρίζουν, τις τυλίγουν, τις φορτώνουν στο αυτοκίνητο �όλα τόσο γρήγορα... Ο κύριος Πέρκινς απλώνει το σκληρό, γρήγορο χέρι του. Κάνε χειραψία γρήγορα! Πόσο γρήγορα τελειώνουν όλα!
   Η Σάρα, αβαρής κάτω από το πάπλωμα, μπορούσε να σκέφτεται τις γιορτές στο Ντέξτερ, και να φαντάζεται ώριμες ντομάτες μόνο αποσπασματικά, όπως η αναζωπύρωση της μικρής φωτιάς. Το υπόλοιπο διάστημα σκεφτόταν μόνο το κρύο, το κρύο που δεν σταματούσε. Δεν μπορούσε να μη νιώθει το σύγκρυο εδώ και τώρα, που δεν χρειαζόταν να το σκέφτεται, αλλά ήταν ένα τρέμουλο στο σκοτάδι.    
   Έβηξε υπομονετικά και γύρισε το κεφάλι της στη μία πλευρά. Ξετρύπωσε από το πάπλωμα και είδε ότι η φωτιά είχε σβήσει. Μόνο ένα ογκώδες ξύλο είχε μείνει, ένα ακίνητο, κόκκινο, λυγισμένο, σαν μια κάλτσα του Τζέισον πεταμένη κάπου. Μόνο με αυτή την παρηγοριά η Σάρα έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε.
   Άντρας και γυναίκα ήταν ξαπλωμένοι εντελώς ακίνητοι στο σκοτεινό δωμάτιο. Τη βραχνή, σιγανή αναπνοή του Τζέισον, που έμοιαζε με τη βαβούρα κάποιας αδέξιας νυσταλέας γερο-αρκούδας που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, δεν την άκουγε κανείς. 
   Το κρύο δυνάμωνε καθώς περνούσε η ώρα. Το φεγγάρι, έντονο και λευκό σαν το χιόνι που δεν πέφτει εδώ, ανέβαινε ψηλότερα στον ουρανό, μέσα στη μακριά νύχτα και απομακρυνόταν από τη γη. Η φάρμα έδειχνε τόσο μικροσκοπική και ακίνητη όσο ένα κοχύλι, με το μικρό πόμολο του σπιτιού να το περιβάλλουν καμπυλώδη αυλάκια με ντοματιές. Το κρύο, σαν ένα λευκό πιεστικό χέρι, έφτανε κάτω, και ακίνητο, έμενε πάνω από το κοχύλι.
   Υπάρχει μια μεγάλη σφυρίχτρα στο Ντέξτερ, που τη φυσούν όταν υπάρχει απειλή παγωνιάς. Είναι γνωστή σε όλους ως η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς. Τώρα ακουγόταν μέσα στην καθάρια νύχτα, το ένα σφύριγμα ακολουθούσε τ’ άλλο. Απ’ άκρη σ’ άκρη στην εξοχή άναβαν φώτα στα παράθυρα στις φάρμες. Άντρες και γυναίκες έβγαιναν τρεχάτοι στα χωράφια τους και σκέπαζαν τα φυτά τους με ό,τι είχαν, ενώ η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς συνέχιζε να σφυρίζει.
   Η σφυρίχτρα δεν ξύπνησε τον Τζέισον Μόρτον. Συνέχιζε να κοιμάται, η βαθιά αναπνοή του σαν βρυχηθμοί από την κουφάλα ενός δέντρου. Το δεξί του χέρι ήταν ριγμένο κάτω, θα πρέπει να ήταν σε βαθύ όνειρο, και ήταν τεντωμένο κάτω στο κρύο πάτωμα, στο επίκεντρο ενός κομματιού φεγγαριού που έφεγγε το δωμάτιο. Η Σάρα ένιωθε να ξυπνά. Ήξερε ότι σφύριζε η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς και τι σήμαινε. Kαι τώρα έπρεπε να πάρει τον Τζέισον και να βγουν έξω στο χωράφι. Μια απαλή χαλάρωση, μια ψευδαίσθηση ζεστασιάς διέτρεξε πεισματικά το σώμα της, και για λίγο συνέχιζε να είναι ξαπλωμένη.
   Μετά ανασηκωμένη στο κρεβάτι, έπιασε τον άντρα της από τους ώμους και τον κουνούσε πάνω-κάτω χωρίς να λέει κουβέντα. Έβαλε όλη της τη δύναμη για να τον ξυπνήσει. Αυτός έβηξε, ο βρυχηθμός του σταμάτησε, και ανακάθισε στο κρεβάτι. Ούτε αυτός μίλησε, κάθονταν και οι δύο με λυγισμένα τα κεφάλια και άκουγαν τη σφυρίχτρα. Έπαψε για λίγο και μετά ξανάρχισε. Ένα μακρύ, ανοδικό σφύριγμα.
   Γρήγορα η Σάρα και ο Τζέισον σηκώθηκαν από το κρεβάτι. Ήταν κι οι δυο βαριά ντυμένοι λόγω του κρύου και μόνο τα παπούτσια τους φόρεσαν. Ο Τζέισον άναψε το φανάρι και η Σάρα μάζεψε τα στρωσίδια, τα τύλιξε γύρω της και τον ακολούθησε έξω.          
   Όλα ήταν άσπρα και όλα τους φαίνονταν αχανή και εκτενή καθώς περπατούσαν πάνω στο παγωμένο χωράφι. Άσπρος σε μια σκιασμένη λακκούβα, εγκαταλειμμένος από χρόνο σε χρόνο, ο παλιός μύλος σόργου, έστεκε σαν μηχανή ονείρου, με τον μακρύ πόλο του πρηνηδόν, τον στομωμένο του άξονα.
   Σκύβοντας πάνω από τα μικρά φυτά, ο Τζέισον και η Σάρα τα άγγιζαν, και άγγιζαν και το χώμα. Με τη δική της γνώση, με τα δικά τους χέρια, βρήκαν ότι όλα ήταν αληθινά —το κρύο, η σωστή προειδοποίηση, η ανάγκη για δράση. Πάνω από τα παλούκια που ήταν ανάμεσα στα φυτά, άπλωσαν τα παπλώματα ένα-ένα, τα άπλωναν με μεγάλη επινοητικότητα. Ο Τζέισον έβγαλε το παλτό του και το άπλωσε πάνω από τα μικρά και τρυφερά φυτά προς την πλευρά του σπιτιού. Μετά κοίταξε τη Σάρα και εκείνη έσκυψε, έπιασε το φόρεμά της και το έβγαλε από το κεφάλι. Τα μαλλιά της λύθηκαν και άρχισε αμέσως να τρέμει παράφορα. Ευτυχώς που το φόρεμα ήταν μακρύ και φαρδύ και καλύφθηκαν όλα τα φυτά.   
   Μετά η Σάρα και ο Τζέισον στάθηκαν άπρακτοι για λίγο και χάζευαν τον ουρανό και το χωράφι.   
   Δεν φυσούσε. Υπήρχε μόνο το έντονο λευκό φως του φεγγαριού. Γιατί αυτό το ήρεμο κρύο βυθιζόταν μέσα τους σαν τα δόντια μιας παγίδας; Με σκυμμένους τους ώμους γύρισαν στο σπίτι σιωπηλοί.
   Το σπίτι δεν ήταν περισσότερο ζεστό. Είχαν ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή στο δυνατό άκουσμα της σφυρίχτρας. Κάθισαν περιμένοντας να έλθει το πρωί.
   Μετά ο Τζέισον έκανε ένα σπάνιο, παράξενο πράγμα. Εκεί, πολύ πριν ξημερώσει, έριξε κηροζίνη πάνω σε ένα κλαράκι προσανάμματος και άναψε φωτιά. Ζαρωμένοι πλησίασαν, σιγά-σιγά πλησιάστηκαν, και κάθισαν έτσι κοντά-κοντά ακίνητοι, μέχρι που κάηκε. Η Σάρα εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητη. Μετά ο Τζέισον, φορώντας τα εσώρουχα και τα μακριά μπλε παντελόνια βγήκε έξω και έφερε ακόμη ένα φορτίο και το μεγάλο κούτσουρο από κερασιά που το φύλαγαν για το τέλος του χειμώνα.
   Η υπερβολική ζέστη του δωματίου διέγειρε τη Σάρα, όπως οι αναμνήσεις από το Ντέξτερ την εποχή του φορτώματος. Καθόταν κουκουλωμένη με ένα μακρύ καφέ βαμβακερό μισοφόρι, κρατώντας το από το λάστιχο που συγκρατούσε τη μέση. Τα γκρίζα μαλλιά της, πιο αραιά στους κροτάφους, έπεφταν στους ώμους της, όπως ενός παιδιού ανέτοιμου για πάρτυ. Κρατούσε τα γόνατά της κολλημένα στα μουδιασμένα, κρεμασμένα στήθη της και κοιτούσε τη φωτιά, τα μάτια της ορθάνοιχτα. ...

απόσπασμα από το διήγημα Η σφυρίχτρα που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Eudora Welty Aπό πού έρχεται η φωνή; σε μετάφραση Τούλας Παπαπάντου, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Ζίγκμουντ Μπάουμαν In memoriam



Τον Ιούνιο του 2010 στο τεύχος 16 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ δημοσιεύθηκε κείμενο του συνεργάτη του περιοδικού Πέτρου Θεοδωρίδη εκτενές κείμενο για το έργο του κοινωνιολόγου, συγγραφέα και στοχαστή Ζίγκμουντ Μπάουμαν που απεβίωσε πρόσφατα,(19 Νοεμβρίου 1925 - 9 Ιανουαρίου 2017) και απόσπασμα του οποίου ακολουθεί. 


O Ζίγκμουντ Μπάουμαν γεννήθηκε στην Πολωνία το 1925, πολέμησε ενάντια στους Ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, σπούδασε Κοινωνιολογία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας όπου και δίδαξε έως το 1968, οπότε και παραιτήθηκε από μέλος του κυβερνώντος κόμματος. Λίγο αργότερα, έχασε την έδρα που κατείχε στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και απελάθηκε από τη χώρα, καταλήγοντας στην αρχή στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και τελικά στο Πανεπιστήμιο του Λιντς στην Αγγλία όπου και δίδαξε από το 1971 έως το 1990, όποτε και συνταξιοδοτήθηκε. Αειθαλής, 84 ετών, γεμάτος ζωτικότητα, με λόγο σύνθετο και γοητευτικό, ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν είναι ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους του καιρού μας αλλά και πολυγραφότατος —καθώς εκδίδει κατά μέσον όρο δύο βιβλία το χρόνο1. Στο βιβλιογραφικό αυτό σημείωμα θα περιοριστούμε σε μερικά μόνο από τα βιβλία αυτά.  
   Στο Και πάλι μόνοι. Η ηθική μετά τη βεβαιότητα, ο Μπάουμαν μας θυμιζει πως μια από τις λίγες ανθηρές βιομηχανίες σήμερα είναι εκείνη που παράγει όλο και πιο περίπλοκες κλειδαριές, αμπάρες και συστήματα ασφαλείας, και αυτό δεν οφείλεται μόνο στις αντικειμενικές ή στις πρακτικές τους χρήσεις αλλά και στη συμβολική τους αξία. Για μας σημασιοδοτούν τα όρια του ερημητηρίου μας, το μέρος όπου δε θέλουμε να μας ενοχλούν, ενώ στους άλλους κοινοποιούν την απόφαση μας: «Δε με νοιάζει αν έξω γίνεται χαμός». Γιατί η αβεβαιότητα, η αστάθεια, η ευθραυστότητα, η παροδικότητα και το ρίσκο, αποκαλύπτουν τη φυσιογνωμία και το πνεύμα των καιρών μας. Μοναχικοί κι ανάλγητοι απέναντι στη διαιώνιση της κάθε είδους φτώχειας, δεν αισθανόμαστε καμιά ουσιαστική ευθύνη, καμιά δέσμευση, καμιά υποχρέωση απέναντι στην αδικία, στην ταπείνωση.
   Στο βιβλίο του Η εργασία, ο καταναλωτισμός και οι νεόπτωχοι, ο Μπάουμαν σκιαγραφεί ορισμένους από τους παράγοντες που ευθύνονται γι’ αυτό τo αίσθημα αβεβαιότητας, ήδη από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’90. Οι παράγοντες αυτοί ήταν και είναι ακόμη οι ακόλουθοι:
   Πρώτον: Η νέα αταξία στον κόσμο. Ύστερα από μισό αιώνα ξεκάθαρων διαχωριστικών γραμμών και στρατηγικών ήρθε ένας κόσμος χωρίς ορατή δομή και χωρίς καμιά —έστω και απειλητική— λογική. Η πολιτική των ισχυρών πολιτικών ομάδων που μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσαν στον κόσμο, τρόμαζε με τις απόκοσμες δυνατότητές της. Αυτό που σήμερα την αντικατέστησε τρομάζει με την έλλειψη συνέπειας και κατεύθυνσης κι επομένως με τις απεριόριστες δυνατές εκδοχές που προμηνύει.
   Δεύτερον: Η παγκόσμια απορρύθμιση, ο παραλογισμός και η ηθική τύφλωση του αγοραίου ανταγωνισμού, η απεριόριστη ελευθερία που παραχωρήθηκε στο κεφάλαιο, το κομμάτιασμα των δημιουργημένων και μέχρι πρόσφατα συντηρούμενων από την κοινωνία προστατευτικών δικτύων, καθώς και η απάρνηση όλων των λογικών επιχειρημάτων —πέραν των οικονομικών— έδωσαν μια νέα ώθηση στην αμείλικτη διαδικασία πόλωσης, που κάποτε αναχαιτίσθηκε μέσα από το νομικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, καθώς και από τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατικών σωματείων.
   Τρίτον: Τα άλλα δίκτυα προστασίας που είχαν δημιουργηθεί και συντηρηθεί από την κοινωνία, αυτές οι δεύτερες γραμμές χαρακωμάτων που προσέφερε η γειτονιά, η οικογένεια, και όπου μπορούσε κανείς να αποτραβηχτεί για να επουλώσει τις πληγές του αν δεν έχουν καταρρεύσει, έχουν τουλάχιστον εξασθενίσει σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτήν την εξέλιξη ευθύνονται εν μέρει οι πραγματιστικές αλλαγές στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, που τώρα κυριαρχούνται πέρα για πέρα από το πνεύμα του καταναλωτισμού, ορίζοντας τον άλλον ως εν δυνάμει πηγή ευχάριστων εμπειριών. Οι δεσμοί που παράγονται τώρα εν αφθονία έχουν ενσωματωμένη «τη μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης διάταξη, καθώς και τη διάταξη της μονομερούς απόσυρσης κατά βούληση».
   Στο βιβλίο του Παγκοσμιοποίηση. Οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μας θυμιζει ότι η παγκοσμιοποίηση μετατρέπει και χωρίζει τους κατοίκους του πλανήτη σε δύο παράλληλους κόσμους: ο Μπάουμαν ονομάζει «τουρίστες» τους κατοίκους του πρώτου, του ολοένα περισσότερο κοσμοπολίτικου «υπερεδαφικού» κόσμου της ελίτ, των παγκοσμίων επιχειρηματιών, των σταρ του μάρκετινγκ. Για τους «τουρίστες», τα εθνικά σύνορα ισοπεδώνονται. Ο χώρος δεν έχει σημασία γι’ αυτούς, εφόσον η κάλυψη οποιασδήποτε απόστασης είναι στιγμιαία. Για τους κατοίκους του δεύτερου κόσμου, τους «περιπλανώμενους αλήτες», τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τα τείχη που είναι χτισμένα από τους μεταναστευτικούς έλεγχους γίνονται ψηλότερα. Για τους «τουρίστες» οι βίζες εισόδου καταργούνται. Για τους «περιπλανώμενους αλήτες» ανοίγονται οι τάφροι των ελέγχων. Οι «τουρίστες» φεύγουν από ένα μέρος όταν νέες άγνωστες εμπειρίες τους καλούν σε άλλα μέρη. Οι «περιπλανώμενοι» μετανάστες, όπου κι αν σταματήσουν, είναι απίθανο να γίνουν δεκτοί με χαρά.
   Σύμφωνα με τον Μπάουμαν, «η νεωτερικότητα αποτελεί μια διαρκή κατάσταση ανάγκης... μια κατάσταση ψυχαναγκαστικού και εθιστικού σχεδιασμού». Ο σύγχρονος νους γεννήθηκε ταυτόχρονα με την ιδέα ότι ο κόσμος είναι δυνατόν να αλλάξει. Η νεωτερικότητα αντιπροσωπεύει την απόρριψη του υφισταμένου κόσμου και την αποφασιστικότητα για την αλλαγή του. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής έγκειται στην ψυχαναγκαστική, την ιδεοληπτική αλλαγή: στην ανασκευή αυτού που «απλώς υπάρχει» στο όνομα αυτού που θα μπορούσε, και άρα οφείλει να πάρει τη θέση του. Η σύγχρονη ιστορία είναι επομένως μια ιστορία σχεδιασμών και ένα μουσείο-νεκροταφείο σχεδίων που δοκιμάσθηκαν, αναλώθηκαν, απορρίφθηκαν και εγκαταλείφθηκαν στον τρέχοντα πόλεμο κατάκτησης ή και φθοράς κατά της φύσης (Σπαταλημένες ζωές).
   Το βιβλίο του Σπαταλημένες Ζωές. Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, αφορά στο ζήτημα των απορριμμάτων, που μπορεί να περιγραφεί «ως ένα ιδιαίτερα οδυνηρό πρόβλημα και συγχρόνως ως ένα από τα καλύτερα φυλασσόμενα μυστικά της εποχής μας». Ας σκεφτούμε αυτήν την εικόνα που τη ζούμε καθημερινά στις πόλεις, όπου «δυο είδη φορτηγών φεύγουν καθημερινά από τα εργοστάσια, το ένα προς τις αποθήκες και τα πολυκαταστήματα και το άλλο προς τις χωματερές. Το δεύτερο το σκεφτόμαστε μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η χιονοστιβάδα των σκουπιδιών κατρακυλά από τα βουνά και παρασύρει τους φράκτες που προστατεύουν τις αυλές μας. Απομακρύνουμε τα σκουπίδια με τον πιο ριζοσπαστικό και αποτελεσματικό τρόπο: τα καθιστούμε αόρατα με το να μην τα κοιτάζουμε και αδιανόητα με το να μην τα σκεφτόμαστε, μας προξενούν ανησυχία μόνο όταν οι καθημερινές αυτοματικές μας άμυνες παραβιάζονται και οι προφυλάξεις μας αποτυγχάνουν· όταν η αναπαυτική υπνωτική απομόνωση της ζώνης του βιόκοσμού μας, την οποία υποτίθεται ότι προστατεύουν, βρίσκεται σε κίνδυνο. Μιλάμε —μας λέει ο Μπάουμαν— για απορρίμματα: άχρηστα προϊόντα, βιομηχανικά απόβλητα, αλλά και ανθρώπινα απορρίμματα, για τις σπαταλημένες ζωές». Γιατί η σύγχρονη νεωτερικότητα —ή ο ύστερος καπιταλισμός— δεν είναι παρά «μια ιστορία σχεδιασμών και ένα μουσείο ή νεκροταφείο σχεδίων που δοκιμάσθηκαν, αναλώθηκαν, απορρίφθηκαν και εγκαταλείφθηκαν στον τρέχοντα πόλεμο κατάκτησης ή και φθοράς της φύσης». Ο Μπάουμαν θεωρεί τους σκουπιδιάρηδες ως τους αφανείς ήρωες της νεωτερικότητας, καθώς είναι αυτοί που καθημερινά ανανεώνουν και καθιστούν ξανά διακριτή τη συνοριακή γραμμή ανάμεσα στην κανονικότητα και στην παθολογία, την υγεία και την ασθένεια, το επιθυμητό, το αποδεκτό και το απορριπτέο, το εσωτερικό  και το εξωτερικό του ανθρώπινου σύμπαντος. Ο Μπάουμαν επίσης υπενθυμίζει —και αυτή του η παρατήρηση είναι επίκαιρη, εν όψει των σημερινών κινητοποιήσεων της νεολαίας παντού στον κόσμο—πως η σύγχρονη νεολαία, η γενιά Χ, βιώνει σήμερα την αίσθηση του περιττού και του άχρηστου, μαζί με τη συνακόλουθη απώλεια αυτοεκτίμησης και του νοήματος της ζωής. Η σύγχρονη νεολαία νιώθει ανεπιθύμητη, το πολύ ανεκτή, αντιμετωπίζεται στην καλύτερη περίπτωση ως αντικείμενο αγαθοεργίας και ελέους. Δεν αντιμετωπίζεται όμως ως ο αποδέκτης αδελφικής βοήθειας, κατηγορούμενη μάλιστα για νωθρότητα και θεωρούμενη ύποπτη άδικων προθέσεων και εγκληματικών τάσεων. Επομένως, δεν έχει λόγο να βλέπει την «κοινωνία» ως εκείνο τον οικείο χώρο στον οποίο οφείλει κανείς να δείχνει πίστη και ενδιαφέρον.
   Στη ρευστή εποχή μας τίποτε δεν μπορεί ή δεν πρέπει να θεω-ρείται συμπαγές. Όλα τείνουν ή οφείλουν να είναι παροδικά, εφήμερα, βραχύβια. Κεντρικός ήρωας ενός άλλου βιβλίου του Μπάουμαν, Ρευστή αγάπη. Για την ευθραυστότητα των ανθρωπίνων δεσμών, είναι η ανθρώπινη σχέση. Η κεντρική μορφή της ρευστής μοντέρνας εποχής μας είναι ο άνθρωπος χωρίς μόνιμους, σταθερούς, διαρκείς, ανθεκτικούς δεσμούς, γεγονός που του προκαλεί βαθύ αίσθημα ανασφάλειας. Ο άνθρωπος της «ρευστής νεωτερικότητας» (Liquid Modernity) —όπως αποκαλεί ο Μπάουμαν τη μετανεωτερικότητα— δημιουργεί δεσμούς εξαρχής χαλαρούς, ώστε να μπορούν να λύνονται εύκολα, γρήγορα και δίχως πόνο, κάθε φορά που αλλάζουν οι περιστάσεις. Ίσως γι’ αυτό, αντί να περιγράφουν την εμπειρία και τις προσδοκίες τους με όρους «σχέσης», οι άνθρωποι κάνουν όλο και συχνότερα λόγο για συνδέσεις και για «δίκτυα». Σ’ ένα δίκτυο η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος κι έχουν την ίδια σημασία. Δίκτυο σημαίνει στιγμές «επαφής» που εναλλάσσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης. Σ’ ένα δίκτυο, οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανείς και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση —και πράγματι διακόπτονται— πολύ πριν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες. Έτσι, οι συνδέσεις είναι «εικονικές σχέσεις». Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις», στις εικονικές η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση. 

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ με αφιέρωμα στην Φιλοξενία. Γεράσιμος Κακολύρης

Το τρέχον τεύχος (τχ. 42) του περιοδικού Ένεκεν είναι αφιερωμένο στη φιλοξενία. Ευχαριστούμε τον Γιώργο Γιαννόπουλο (Γιαννόπουλος Γιώργος) που μας άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του περιοδικού, αλλά και για την εξαίρετη συνεργασία που είχαμε. Τα δεκατέσσερα από τα δεκαεπτά κείμενα έχουν γραφτεί αποκλειστικά για το συγκεκριμένο αφιέρωμα. Στην πλειονότητά τους τα κείμενα εξερευνούν από μια φιλοσοφική σκοπιά τη δυνατότητα της έννοιας της φιλοξενίας να απαντήσει κριτικά στις εντεινόμενες προσπάθειες πολλών κυρίαρχων εθνικών κρατών να αποτρέψουν βιαίως την έλευση των θυμάτων δεκάδων πολεμικών συρράξεων, εμφυλίων πολέμων, καταπατήσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ασύλληπτης οικονομικής ένδειας. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι το συγκεκριμένο αφιέρωμα αποτελεί μια από εκείνες τις ιδιαίτερες στιγμές για τη φιλοσοφική σκέψη που αυτή έρχεται κριτικά αντιμέτωπη με την επικαιρότητα. Περιεχόμενα του τόμου:
Γιώργος Γιαννόπουλος, «Άνθη στο κατώφλι».
Γεράσιμος Κακολύρης, «Η ηθική και η πολιτική της φιλοξενίας».
Émile Benveniste, «Φιλοξενία» (μτφρ. Μαρίνα Βήχου).
René Schérer, «Ένας άγραφος νόμος» (μτφρ. Βίκυ Ιακώβου).
Catherine Chalier, «Φιλοξενία ατόμων, φιλοξενία ομάδων (μτφρ. Γιώργος Αυγούστης).
Jacques Derrida, «Η αρχή της φιλοξενίας».
Marie-Eve Morin, «Ηθική, χώρος, φιλοξενία στον Ζακ Ντερριντά».
Έλενα Νικολακοπούλου (Elena Nikolakopoulou), «Η έννοια της φιλοξενίας στον Ζακ Ντερριντά»
Μίνα Καραβαντά (Mina Karavanta), «Το απροϋπόθετο και η φιλοξενία, το απροϋπόθετο της φιλοξενίας: “ἰώ πόλις», ιδού ο άνθρωπος».
Ελίνα Στάικου (Elina Staikou), «Πέρα από την φιλοξενία: Aυτοάνοσο και μητρότητα».
Βάσια Τσακίρη (Vasia Tsakiri), «Η άπειρη αγάπη ως εκπλήρωση του καθήκοντος: το διακύβευμα της φιλοξενίας στον Σαίρεν Κίρκεγκωρ»
Άγγελος Μουζακίτης (Angelos Mouzakitis), «Ανεστιότητα και φιλοξενία: Το παράδοξο της νεωτερικότητας».
Σπύρος Μακρής, «Η φιλοξενία στον Εμμάνουελ Λεβινάς: Ηθικές και πολιτικές όψεις»
Φίλιππος Βασιλόγιαννης (Philippos Vassiloyannis), «Αλληλεγγύη και φιλοξενία στον πολιτικό φιλελευθερισμό».
Σπύρος Τέγος (Spiros Tegos), «Εμπορικό πνεύμα και (α)φιλόξενα ήθη στο Διαφωτισμό».
Γιώργος Φαράκλας (Georges Faraklas), «Γιατί μᾶς συμφέρει νὰ ὑποδεχτοῦμε τοὺς πρόσφυγες».
Γιώργος Αραμπατζής, «Φιλοξενία και εικονολογία».
Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι του Θωμά Φίλιου.

Επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή Εργαστήριο Ανατομίας του αμερικανού ποιητή Richard M. Berlin. Η έκδοση τιμήθηκε με το βραβείο μετάφρασης 2016.

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Λόγια που αντέχουν στον χρόνο




Λόγια που αντέχουν στο χρόνο, γιατί αντιστέκονται στο χρόνο, επειδή δεν χάνουν
το νόημα και την αλήθεια τους. Θα έλεγα μάλιστα ότι, με το πέρασμα του χρόνου,
αποκτούν μια άλλη λάμψη. Αυτό δεν φανερώνουν, άλλωστε, τα λόγια του Φερ-
νάνδο Σαβατέρ για τη φιλοσοφία και την πολιτική και του Λεωνίδα Κύρκου για
την υποχρέωση του πολίτη «να ανασκουμπωθεί»; Ή η απόφανση του Εμμανουήλ
Κριαρά, «η παιδεία χειμάζεται σήμερα», και του Σταύρου Κουγιουμτζή, «ζούμε σε
μια αντιαισθητική, αντιπνευματική εποχή»;
Η επισήμανση του Ρικάρντο Πετρέλα, «η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θε-
σμών, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, είναι επικίνδυνη», καθώς και
εκείνη της Λουτσιάνα Καστελίνα, «υπάρχει μια κρίση της κουλτούρας της Αριστε-
ράς και μια κρίση της κουλτούρας αυτής καθεαυτήν», πριν από δύο περίπου δε-
καετίες, αποτυπώνουν εύστοχα τη σημερινή κατάσταση, καθώς και τους προβλη-
ματισμούς μας για τη δημοκρατία και την Αριστερά στις μέρες μας. Και ποια φράση
μπορεί να είναι πιο επίκαιρη από αυτή του Μίκη Θεοδωράκη, «σήμερα, εκτός από
την Τέχνη, η μόνη στράτευση που βλέπω είναι στην υπηρεσία του ανθρώπινου πό-
νου», καθώς ο ανθρώπινος πόνος πληθαίνει δραματικά στις μέρες μας; Υπ’ αυτήν
την έννοια, η παρότρυνση του Τζάνι Πουλίζι να διαβάσουμε το Περιμένοντας τους
βαρβάρους του Κωνσταντίνου Καβάφη αποκτάει ένα βαθύτερο νόημα.
Υπάρχει, επίσης, η ειλικρινής και συγκινητική αγάπη για τη γλώσσα και τον
πολιτισμό μας της Σιου Κάι, του Μάριο Βίτι, του Βιτζέντσο Ρότολο, της Πάολα
Μαρία Μινούτσι, του Τσεν Μινχουά, του Λίου Ρουί Χονγκ και του Λι Τσενγκούι,
που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μετάφραση των ελληνικών κειμένων στη γλώσσα
τους. Αλλά και του Νικόλα Πιοβάνι που αντλεί σταθερά την έμπνευσή του από
τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Πώς να μην συγκινεί και εμπνέει η στάση τους;
Και πώς να μην είναι χρέος μας να θυμόμαστε τα λόγια τους, λόγια που αντέχουν
στο χρόνο;
Υπάρχουν, ακόμη, τα δραματικά αλλά και λυρικά λόγια του ΠρόδρομουΜάρ-
κογλου και του Τάκη Βαρβιτσιώτη, και τα συγκινητικά της απέραντης πλατείας
του ΝίκουΜπακόλα· τα σχέδια του Κάρολου Τσίζεκ, τα χρώματα του Αλέξανδρου
Ίσαρη, οι μουσικές εκτελέσεις του ΡικάρντοΜούτι και του Σάκη Παπαδημητρίου,
και οι ταινίες του ΜπερνάρντοΜπερτολούτσι... Όλα μετουσιώνονται σε λόγο με
τρόπο απλό και απέριττο, όπως πρέπει στους μεγάλους.
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται συνεντεύξεις που είχα την τιμή και τη χαρά
να πάρω από ανθρώπους των οποίων είχα διαβάσει τα βιβλία, ακούσει τα τραγού-
δια και τη μουσική και θαυμάσει τα σχέδια, τις ζωγραφιές και τις ταινίες, ώσπου
μου δόθηκε η ευκαιρία να τους συναντήσω και να συνομιλήσω μαζί τους. Όπως
συχνά συμβαίνει, αυτά που δημοσιεύονται είναι ένα ελάχιστο μόνο μέρος όσων
είχα την τύχη να ακούσω και να καταγράψω σε ένα μαγνητοφωνάκι. Γιατί, πώς
είναι δυνατό να χωρέσουν οι συνομιλίες με το Νίκο Μπακόλα και τον Ντίνο Χρι-
στιανόπουλο, τον Τζάνι Βάτιμο και τον Αντόνιο Ταμπούκι σε 2-3 σελίδες ενός πε-
ριοδικού; Ή τα όσα πολύτιμα άκουσα στις αμέτρητες συναντήσεις με τον Κάρολο
Τσίζεκ, και κατά τις επισκέψεις μου στο μικρό διαμέρισμα της οδού Γραβιάς με τη
Ζωή Καρέλλη; Και πώς να περιγράψω τη χαρά της μέρας εκείνης στο σπίτι της
Διδώς Σωτηρίου, κουβεντιάζοντας με τις ώρες και απολαμβάνοντας τα γευστικά
εδέσματα που είχε ετοιμάσει η αδερφή της, Έλλη Παππά; Ή την τελευταία συνάν-
τησή μου με το Γιώργο Κάτο σε ένα ουζερί της Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, και
την ανεξάντλητη διάθεση προσφοράς του Περικλή Σφυρίδη; Είναι ακόμη η πο-
λύωρη συζήτηση με το Βιτορίνο Κούρτσι, έναν άνθρωπο βαθιάς πνευματικής καλ-
λιέργειας και μεγάλης ευαισθησίας, μια ζεστή αυγουστιάτικη μέρα στην Απουλία
της Ιταλίας· εκείνη με τη Ντάτσια Μαραίνι, την κυρία των Ιταλικών Γραμμάτων,
και τον Εντοάρντο Σανγκουϊνέτι, έναν από τους σπουδαιότερους Ιταλούς ποιητές
του 20ού αιώνα. Είναι, τέλος, τα λόγια της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, για τη γυ-
ναίκα και το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής της στην Καβάλα· του
Πέτρου Ανταίου για τον Εμφύλιο, και η κινηματογραφική σκέψη του Αλέξη Δερ-
μεντζόγλου. Η συνάντηση μαζί τους με πλούτισε σε γνώσεις και αισθήματα. Τα
κουβαλάω μέσα μου ως κάτι πολύτιμο.
Οι συνεντεύξεις με πρόσωπα της Θεσσαλονίκης άρχισαν στο περιοδικό Ένεκεν
σε μια εποχή που η πόλη είχε στερηθεί τα παραδοσιακά της έντυπα. Η έλλειψη
των τοπικών εφημερίδων είχε τις πολλαπλές συνέπειές της, σαφώς, και στο χώρο
του πολιτισμού. Έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε τον οφειλόμενο χώρο στους δη-
μιουργούς της πόλης, ανάμεσα στα άλλα και με τις συνεντεύξεις που, ορισμένες
από αυτές, περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. Το άνοιγμα του Ένεκεν στους
πνευματικούς δημιουργούς της πόλης έδωσε μια νέα ώθηση στο περιοδικό αλλά
και σε αυτούς τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από μια περιοδική έκδοση και
να απευθυνθούν, έτσι, στο ευρύ κοινό. Ήταν, δηλαδή, μια απόπειρα επικοινωνίας
με τους δημιουργούς, αλλά και διαμεσολάβησης ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό
τους. Το εγχείρημα πέτυχε· έτσι, ο κύκλος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας γνω-
στούς για το έργο τους ξένους λογοτέχνες, καλλιτέχνες και στοχαστές, μεταφέ-
ροντας τις ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και τους προβληματισμούς τους στα καθ’
ημάς. Να ανοίγεσαι σε άλλες σκέψεις και πολιτισμούς είναι πλούτος και εμπειρία
ζωής πολύτιμη· και αυτό ακριβώς κάναμε. Εκτός από το προσωπικό τους έργο, θέ-
ματα παιδείας και πολιτισμού, καθώς και ο προβληματισμός για το μέλλον, συχνά
ένας προβληματισμός που σχετίζεται με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών
και το ρόλο της Αριστεράς, συνιστούν τον πυρήνα των συζητήσεων.
Οι συνεντεύξεις συνεχίστηκαν αργότερα και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες,
καθώς και στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Οι εξήντα που περιλαμβάνονται
στον ανά χείρας τόμο είναι μόνο ένα μέρος των όσων βρίσκονται διάσπαρτες σε
έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν, αρκετοί με παρότρυναν κατά καιρούς να προ-
χωρήσω στην έκδοση ενός τόμου με τις συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου. Καθώς
φαίνεται, δεν είχε φτάσει ακόμη η ώρα. Στην τελική απόφασή μου συνετέλεσε
αποφασιστικά, όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο, η διαπίστωση, μέσα από τις
συζητήσεις με τα ανίψια μου, του πόσο λίγα γνωρίζουν για τους σύγχρονους πνευ-
ματικούς δημιουργούς. Και όταν, μια μέρα, η ανιψιά μου μού είπε ότι στην ερώτηση
της φιλολόγου τους, ποιο σύγχρονο πεζογράφο ή ποιητή γνωρίζουν, κανείς δεν
απάντησε, δεν γνώριζαν κανένα, τα λόγια της με βύθισαν σε σκέψεις. Αυτή είχε
ακούσει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, είχε διαβάσει κάποια ποιήματά του και
τον είχε δει κάπου μεταξύ Τσιμισκή και Αριστοτέλους, αλλά δεν ήταν βέβαιη. Έτσι
προτίμησε να μείνει σιωπηλή... Ε, λοιπόν, η σκέψη −ή μήπως η ελπίδα και η επι-
θυμία;− ότι τουλάχιστον αυτή, τα ξαδέρφια και οι φίλοι της θα είχαν την ευκαιρία
να ξεφυλλίσουν αυτό το βιβλίο και να διαβάσουν κάποιες από αυτές τις συνεν-
τεύξεις, με έκανε να αποφασίσω αυτό που επί χρόνια δεν αποφάσιζα. Καθώς φαί-
νεται, η ώρα είχε φτάσει.
Έτσι, οδηγούμενη από αυτή τη σκέψη, άρχισα να ξαναδιαβάζω με προσοχή τις
συνεντεύξεις που, άνθρωποι από το χώρο, κυρίως, των Γραμμάτων και της Τέχνης,
μου είχαν παραχωρήσει. Εξαίρεση αποτελούν οι συνεντεύξεις με δύο πολιτικούς,
το Λεωνίδα Κύρκο και το Φάουστο Μπερτινότι, καθώς και με τη δασκάλα των
εγκλωβισμένων μαθητών της Καρπασίας, Ελένη Φωκά, που συμπεριλαμβάνονται
επίσης στην παρούσα έκδοση. Διαπίστωσα, λοιπόν, πόσο επίκαιρα παραμένουν
τα θέματα εκείνων των συζητήσεων, και πόσο ενδιαφέρουσες είναι και σήμερα οι
απόψεις που οι εξαιρετικοί αυτοί άνθρωποι εξέφρασαν τότε. Η σαφήνεια, η ευ-
στοχία και η εγκυρότητα των λόγων τους γεννά, έτσι, την ανάγκη να τα θυμη-
θούμε και να στοχαστούμε πάνω σ΄αυτά.
Εκ των υστέρων, ωστόσο, διαπιστώνω ότι πρόκειται παράλληλα και για την κα-
τάθεση μιας προσωπικής πορείας. Μιας πορείας της οποίας τα ενδιαφέροντα, τα
διαβάσματα, τα ακούσματα, οι ανησυχίες, βαδίζουν παράλληλα με τους ανθρώπους
που συναντώ, ή ψάχνω να συναντήσω, για να ακούσω τα λόγια τους, να συγκινηθώ
με τις συγκινήσεις τους, να ταυτιστώ με τις αγωνίες τους, να εμπνευσθώ από τα
έργα τους, και μέσα από όλα αυτά να αφουγκραστώ και τις δικές μου ανησυχίες,
τους χτύπους της δικής μου καρδιάς. Είναι, δηλαδή, και μια προσωπική περιπλά-
νηση στον απόηχο των λόγων τους, στην αγωνία των πράξεών τους, στα ίχνη των
στίχων τους, στις νότες της μουσικής τους, στα ηχοχρώματα της φωνής τους και
στις εικόνες των ταινιών τους. Ταυτόχρονα, αντανακλούν και στιγμές της ζωής μου
στο χώρο και στο χρόνο: Ελλάδα, Ιταλία, Κίνα. Καθώς και τη σχέση μου με τον
ισπανόφωνο χώρο, αν και με μια μόνο παρουσία, αυτή του Φερνάνδο Σαβατέρ.
Πρόκειται για συνεντεύξεις που πρωτοδημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες (Μακε-
δονία, Θεσσαλονίκη, Ελευθεροτυπία) και περιοδικά (Ένεκεν, PUBLICUS, Εντευ-
κτήριο, Jazz &Τζαζ, Anatolia Alumnus, Ο Αναγνώστης) και μεταδόθηκαν από το
ραδιόφωνο (Ράδιο 105 ΔΕΘ) και την τηλεόραση (TV ΒΕΡΓΙΝΑ). Καλύπτουν, δε,
ένα χρονικό διάστημα που από το 1994 φθάνει ως τις μέρες μας.
Η έκτασή τους ποικίλλει διότι, ως γνωστό, συχνά εξαρτάται από τις συνθήκες
του δημοσιογραφικού εντύπου. Οι περισσότερες μεταφέρονται όπως πρωτοδημο-
σιεύθηκαν· σε λίγες μόνο έγιναν κάποιες αλλαγές και προσθήκες για τις ανάγκες
της έκδοσης.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά, και από αυτή τη θέση, όλους όσοι πρόθυμα
μου παραχώρησαν αυτές τις συνεντεύξεις· συνεντεύξεις που αρκετές φορές οδή-
γησαν σε φιλίες όμορφες που αντέχουν στο χρόνο ή σε σχέσεις αμοιβαίου σεβα-
σμού και εκτίμησης. Διατηρώ βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου τα λόγια όλων –
αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας αλλά και αυτά που δεν δημοσιεύθηκαν.
Κάποιοι από αυτούς τους εκλεκτούς δεν είναι πλέον ανάμεσά μας. Με συνοδεύει,
όμως, πάντα ο λόγος και η αγάπη τους.
Και, βεβαίως, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον εκδότη, Γιώργο Γιαννόπουλο, για την
ένθερμη στήριξη και την αμέριστη βοήθειά του.


Έλενα Αβραμίδου

Η Φιλοξενία, κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ



Το παρόν τεύχος περιλαμβάνει δεκαεπτά κείμενα τα οποία διαπραγματεύονται την έννοια της φιλοξενίας από μια πολιτική και ηθική οπτική. Τα δεκατέσσερα κείμενα έχουν γραφτεί αποκλειστικά για το συγκεκριμένο αφιέρωμα, συμπεριλαμβανομένων των κειμένων δύο σημαντικών σύγχρονων γάλλων φιλοσόφων, του Ρενέ Σερέρ και της Κατρίν Σαλιέ.  Οι συγγραφείς εξερευνούν από μια φιλοσοφική σκοπιά τη δυνατότητα της έννοιας της φιλοξενίας να απαντήσει  κριτικά στις εντεινόμενες προσπάθειες πολλών κυρίαρχων εθνικών κρατών να αποτρέψουν βιαίως την έλευση των θυμάτων δεκάδων πολεμικών συρράξεων, εμφυλίων πολέμων, καταπατήσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ασύλληπτης οικονομικής ένδειας. Το αφιέρωμα αποτελεί μια από εκείνες τις ιδιαίτερες στιγμές για τη φιλοσοφική σκέψη που τη φέρνουν σε γόνιμη αντιπαράθεση με την επικαιρότητα. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν με κείμενά τους οι εξής: Γιώργος Γιαννόπουλος, Γεράσιμος Κακολύρης, Émile Benveniste (μτφρ. Μαρίνα Βήχου), René Schérer (μτφρ. Βίκυ Ιακώβου), Catherine Chalier (μτφρ. Γιώργος Αυγούστης), Jacques Derrida, Mari-Eve Morin, Έλενα Νικολακοπούλου, Μίνα Καραβαντά, Ελίνα Στάικου, Βάσια Τσακίρη, Άγγελος Μουζακίτης, Σπύρος Μακρής, Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Σπύρος Τέγος, Γιώργος Φαράκλας, Γιώργος Αραμπατζής. Το εξώφυλλο κοσμεί έργο του φωτογράφου Θωμά Φίλιου.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ, William Trevor


 Eίμαι η κυρία ντα Τάνκα», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είστε ο κύριος Μάιλσον;» Ο άντρας έγνεψε και διέσχισαν πεζή την πλατφόρμα αναζητώντας ένα φιλόξενο βαγόν ή αν δεν το έβρισκαν, πράγμα πολύ πιθανό, απλώς απομόνωση. Καθένας τους κουβαλούσε μια μικρή βαλίτσα, της κυρίας Τάνκα ήταν άσπρη δερμάτινη ή από κάποιο υλικό που έμοιαζε με δέρμα, του κυρίου Μάιλσον πολυκαιρισμένη και μαύρη. Περπατούσαν χωρίς να μιλάνε, έχοντας κατά νου ένα σκοπό: ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και μέσα στη φασαρία, τη βοή, και το θόρυβο των παραθύρων δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση.
   «Ενενήντα εννέα χρόνων μίσθωση», είχε πει ο πατέρας του κυρίου Μάιλσον, «το είχα από τον παππού μου το 1862,τον οποίο βέβαια ποτέ δε γνώρισες. Φοβάμαι ότι θα λήξει στη διάρκεια της δικής σου ζωής. Ωστόσο, μέχρι τότε θα είσαι σε θέση να αποδεχτείς την κακοτυχία. Να ανανεώσεις αυτό που λήγει· να διατηρήσεις την περιουσία στην οικογένεια». Η περιουσία ήταν μια έκφραση που έδινε κύρος. Το σπίτι ήταν μικρό και χρήσιμο, σε μια σειρά σπιτιών, ξεχωριστό που το έβρισκες εύκολα· αλλά η μίσθωση, όταν ήρθε ο καιρός δεν ήταν ανανεώσιμη —πράγμα που δημιούργησε πρόβλημα στον κύριο Μάιλσον. Εργένης, άτεκνος, χωρίς προοπτική, τι νόημα είχε για αυτόν ένα σπίτι για άλλα ενενήντα εννέα χρόνια;
   Η κυρία ντα Τάνκα, καθισμένη απέναντί του, έβγαλε ένα περιοδικό από ένα τσαντάκι που κουβαλούσε. Μετά, τσεκάροντας τον εαυτό της, είπε: «Θα μπορούσαμε να μιλάμε. Ή μήπως προτιμάτε να κάνουμε τη δουλειά μας σιωπηλά;» Ήταν μια γυναίκα που γέμιζε,αλλά δεν ξεχείλιζε από το τουΐντ ταγιέρ της, το οποίο είχε το σωστό μέγεθος, ήταν κομψό και αρκετά ακριβό. Τα μαλλιά της, που ήταν γκρίζα, δε φαίνονταν πολύ. Ήταν δεμένα προς τα πίσω με ένα χρυσοκόκκινο τουρμπάνι. Αν είχε γεννηθεί σε άλλη κοινωνική τάξη θα ήταν μια εύθυμη γυναίκα. Επαγρυπνούσε στην ευθυμία της, ήταν μια ιδιότητα που δεν της άρεσε. Το γέλιο έκανε συχνά την εμφάνισή του στα μάτια της, και εξίσου συχνά το έσβηνε στη γέννησή του με τη αυστηρότητα των τρόπων της.
   «Δεν πρέπει να ντρέπεστε», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να νιώθουμε αμήχανοι. Συμφωνείτε, έτσι δεν είναι;»
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε. Δεν ήξερε πώς ή τι έπρεπε να νιώθει. Η ανάλυση των συναισθημάτων του δεν τον οδηγούσε σε συμπέρασμα. Υπέθετε ότι ήταν ενθουσιασμένος, αλλά ήταν δυσκολότερο από ότι φαινόταν να ονοματίσει τα συναισθήματα. Επομένως, δεν μπορούσε να απαντήσει στην κυρία ντα Τάνκα και απλώς χαμογέλασε.
   Η κυρία ντα Τάνκα, που κάποτε είχε υπάρξει κυρία Οράτιου Σπάιρ και δε φαινόταν να το ξεχνά, αναλογίστηκε εκείνες τις ημέρες. Ήταν λογικό να το κάνει, γιατί ανήκαν στο παρελθόν όπως και το παρόν της είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε παρελθόν. Το τέλος ήταν στο μυαλό της: η διαφυγή από την κυρία ντα Τάνκα στην κυρία Σπάιρ ήταν ένας τρόπος να μαλακώνει τη στενοχώρια που τη διακατείχε τώρα και ένας τρόπος να τη βλέπει σε αναλογίες μιας ολόκληρης ζωής.
   «Αν αυτό επιθυμείς», της είχε πει ο Οράτιος, «δεν έχω αντίρρηση. Ποιος θα κάνει τη βρώμικη δουλειά, εσύ ή εγώ;» Αυτή ήταν η απάντηση του όταν του ζήτησε διαζύγιο. Στην πραγματικότητα, τη στιγμή που μιλούσαν, η βρώμικη δουλειά όπως την ονόμασε, είχε ήδη γίνει: και από τους δύο.
   «Είναι ένα σοκ για μένα», συνέχισε ο Οράτιος. «Νόμισα ότι θα μπορούσαμε να συνεχίζαμε τη θορυβώδη μας ζωή για πολλά χρόνια ακόμα. Έχεις κάποια σοβαρή σχέση;»
   Στην πραγματικότητα δεν είχε, αλλά μια άλλη σχέση θα αποτελούσε την αντανάκλαση της ανεπάρκειας του έγγαμου βίου της και θα αποκάλυπτε το κενό που κάποτε ήταν αγάπη.
   «Καλύτερα να είμαστε χωριστά», είχε πει η ίδια. «Είναι άσχημο να συνηθίζεις στη συνήθεια να είσαι μαζί. Πρέπει να δοκιμάσουμε, τώρα που μπορούμε, όσο υπάρχει καιρός».
   Στο βαγόνι ανακάλεσε τη συζήτηση με ζωηράδα, ιδιαίτερα την τελευταία πρόταση, και πιο ιδιαίτερα τις τελευταίες της λέξεις. Αυτό που δοκίμασε ήταν να γίνει κυρία ντα Τάνκα, πριν από οκτώ χρόνια. «Θεέ μου», είπε δυνατά, «τι πομπώδης μπάσταρδος αποδείχτηκε».
   Ο κύριος Μάιλσον είχε μερικές από εκείνες τις εβδομαδιαίες εκδόσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ακριβής ορολογία στη γλώσσα: μονοχρωμία στο εξώφυλλο-εύκαμπτο, ελαφρώς πνευματώδες, κάτι ανάμεσα σε περιοδική έκδοση και περιοδικό. Ενώ εκείνη είχε τα έντιμα περιοδικά της. Hurpers. Vogue. Λαμπερά και εμφανίσιμα και κάπως ανόητα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισε ο κύριος Μάιλσον. Τα είχε ανοίξει σε αναμονές γιατρών και δικηγόρων, είχε φυλλομετρήσει τις γελοίες διαφημίσεις που ταίριαζαν με τα μοντέλα, εξωπραγματικά κορίτσια σε εξωπραγματικές πόζες, χωρίς σεξουαλική ζωή και χωρίς πραγματική ζωή. Τέτοιος τύπος γυναίκας ήταν λοιπόν.
   «Ποιoς;» είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Ω, ποιoς άλλος, για όνομα του Θεού! Εννοώ τον ντα Τάνκα».
   Οκτώ χρόνια το θύμα του ντα Τάνκα, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει δερματικό της υπόστρωμα. Την αγνοούσε πολλές φορές. Τέτοιος τύπος ήταν. Διαρκώς απασχολημένος, έλεγε· προκατειλημμένος.
   «Θα σας μιλάω για τον ντα Τάνκα, είπε. Έχει τις ενδιαφέρουσες πλευρές του· αν και ένας Θεός γνωρίζει πόσο ελάχιστα ενδιαφέρον τύπος είναι».
   Σε κάθε περίπτωση η ιδιοκτησία ενός σπιτιού ήταν μια έννοια. Να φροντίζεις τη σκεπή, να παρατηρείς τα σκασίματα της μπογιάς στον εξωτερικό τοίχο, και να έχεις τον νου σου για υγρασίες σε απίθανα σημεία. Καλύτερα ήταν στο Σουίς Κότετζ· ένιωθε μεγαλύτερη θαλπωρή το χειμώνα. Μέχρι τώρα θα έχουν κατεδαφίσει το παλιό σπίτι και όλα τ’ άλλα στον ίδιο δρόμο. Τα αντικατέστησαν με διαμερίσματα: ογκώδη κτίρια με εκατοντάδες παράθυρα. Εξαφανίστηκαν όλοι οι κήποι, όλοι οι νάνοι-αγαλματάκια και οι νάνοι της Χιονάτης, όλοι οι χειμερινοί λαμπτήρες και τα μικρά μονοπάτια, τα μπανάκια των πουλιών και τα πουλόσπιτα και τα τραπεζάκια των πουλιών, τα σκάμματα μινιατούρες και οι μεταλλικοί φράκτες, πλουμιστοί και φορτωμένοι με φυτά και λουλούδια.
   «Πρέπει να ακολουθούμε τις αλλαγές των καιρών» είπε η κυρία ντα Τάνκα, και τότε συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα σ’ αυτήν απηύθυνε το λόγο του· ή μάλλον μιλούσε δυνατά και πρόβαλλε τις παρατηρήσεις του προς το μέρος της, μιας και αυτή ήταν εκεί.
   Η μητέρα του είχε κάνει βραχόκηπο. Αουμπρέτια και σαρσαπαρίλα και δίανθοι και χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα. Ο αδελφός της, ο θείος του Εδουάρδος, ένας ιδιόρρυθμος γενειοφόρος τύπος, έφερε πέτρες από την ακροθαλασσιά με το φορτηγάκι του. Ο πατέρας του δε συμμετείχε στην επιχείρηση αυτή, όπως έκανε πάντα σε τέτοιου χαρακτήρα επιχειρήσεις· για εκείνον ήταν κακόγουστο να απομακρύνει κανείς πέτρες από την ακτή, σχεδόν ανέντιμο. Πίσω απ’ το βραχόκηπο είχε σμέουρα: πυκνά, άγρια φρούτα που δεν τρώγονταν, ποτέ δεν έφταναν σε πλήρη ωρίμανση. Αλλά σε κανένα, σίγουρα όχι στον κύριο Μάιλσον, δεν πήγαινε η καρδιά να ξεριζώσει τους θάμνους.
   «Περνούσαν εβδομάδες», είπε η κυρία ντα Τάνκα, «χωρίς να ανταλλάσσουμε μια και μόνη πρόταση με σημασία. Ζούσαμε στο ίδιο σπίτι, τρώγαμε τα ίδια γεύματα, οδηγούσαμε το ίδιο αυτοκίνητο και το μόνο που θα έλεγε ήταν: «Είναι καιρός να ανάψουμε την κεντρική θέρμανση». Ή: «Αυτοί οι υαλοκαθαριστήρες δε δουλεύουν».
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε αν του μιλούσε για τον κύριο ντα Τάνκα ή τον κύριο Σπάιρ. Σ’ αυτόν φαινόταν να είναι ο ίδιος άνθρωπος σκιώδεις, σιωπηλοί τύποι που σε διαστήματα κάποιων χρόνων είχαν μοιραστεί την ίδια γυναίκα που έτεινε χείρα βοηθείας.
   «Θα φορά ρούχα πόλης», της είχε πει η φίλη της, «γκρίζα ή αδιευκρίνιστα. Είναι κοινός τύπος εκτός από το καπέλο του που είναι μεγάλο, μαύρο και εκκεντρικό». Το καπέλο του είναι το περίεργο στοιχείο επάνω του: σαν άγρια βρώμη.
   Ήταν εκεί, κοντά στο περίπτερο, ακριβής στην ώρα του, περίμενε. Πρόσωπο αποστεωμένο, λεπτός, στα πενήντα περίπου· με το παλιομοδίτικο καπέλο και τις εβδομαδιαίες εφημερίδες που ταίριαζαν, κατά κάποιο τρόπο, μεταξύ τους αλλά δεν ταίριαζαν με τον ίδιο.
   «Λοιπόν, κύριε Μάιλσον, θα ρίχνατε σε μένα την ευθύνη, σε μένα που αναζητούσα ελευθερία από έναν τέτοιο άνθρωπο;»
   Το καπέλο ήταν ακουμπισμένο στο καρότσι των αποσκευών μαζί με την προσεκτικά διπλωμένη καμπαρντίνα του. Το μεγαλύτερο τμήμα του κεφαλιού του ήταν φαλακρό, κάπως άσπρο και μαλακό σαν λίπος. Τα μάτια του είχαν μια θλίψη σαν τα μάτια ενός σκυλιού ράτσας που ήξερε στην παιδική της ηλικία. Οι άντρες πολλές φορές είναι σαν τα σκυλιά, σκέφτηκε. Οι γυναίκες ταιριάζουν περισσότερο με τις γάτες. Το τρένο κινούταν αργά, με ρυθμό μέσα στη νύχτα. Ο ντα Τάνκα και ο Οράτιος Σπάιρ πέρασαν απ’ το μυαλό της και αναρωτήθηκε που να βρίσκεται τώρα ο Σπάιρ. Καθισμένος απέναντί της, σκεφτόταν τη μίσθωση των ενενήντα εννέα χρόνων και τα δύο πιάτα, το ένα του δείπνου και το άλλο του πρωινού, που είχε αφήσει άπλυτα στο δωμάτιο του Σουίς Κότετζ.
   «Μοιάζει να σας ταιριάζει το μέρος», είπε ο κύριος Μάιλσον κρίνοντας το ξενοδοχείο από το στολισμένο χολ του.
   «Τζιν με λεμόνι, τζιν με λεμόνι», είπε η κυρία ντα Τάνκα προσαρμόζοντας τις λέξεις στην κίνησή της: με βηματισμό προς το μπαρ.
   Ο κύριος Μάιλσον παρήγγειλε ρούμι, νιώθοντας πως του ταίριαζε καλύτερα, αν και δε μπορούσε να σκεφτεί για ποιον λόγο. «Ο πατέρας μου συνήθιζε να πίνει ρούμι με γάλα. Περίεργος συνδυασμός».
   «Φοβερό ακούγεται». Ο ντα Τάνκα έπινε ουίσκι. «Ο προηγούμενος άρεσε τη δυνατή μαύρη μπύρα. Να ’μαστε, λοιπόν».
    Ο κύριος Μάιλσον την κοίταξε. «Το πρόγραμμα έχει δείπνο μετά».
   Αλλά η κυρία ντα Τάνκα δε φαινόταν να θέλει να μετακινηθεί. Ήταν καθισμένοι εκεί όση ώρα έπινε τα ποτά της και, όταν σηκώθηκαν για να πάνε για το βραδινό, διαπίστωσαν ότι το εστιατόριο είχε κλείσει και  είχε μεταφερθεί στο γκριλ.
   «Άσχημα τα οργανώσατε, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν οργάνωσα τίποτα. Γνωρίζω τους κανονισμούς σε τέτοια μέρη. Σας τους είπα επανειλημμένα. Δε μου δώσατε την ευκαιρία να τα οργανώσω».
   «Κανένα παϊδάκι ή κανένα αυγό. Τουλάχιστον ο ντα Τάνκα θα μας εξασφάλιζε σούπα».
   Το 1931 ο κύριος Μάιλσον είχε διαπράξει μοιχεία με την υπηρέτρια στο σπίτι των γονιών του. Ήταν η μοναδική του και ήταν ευχαριστημένος που αυτό  με την κυρία ντα Τάνκα δεν ήταν μοιχεία. Αυτή θα ήταν εμπειρότερη στον τομέα αυτόν από τον ίδιο και δεν του άρεσε ο υπαινιγμός. Ο χώρος ήταν χλιδάτος και χυδαίος. Φαίνεται να σας ταιριάζει ο χώρος, επανέλαβε με αγένεια ο κύριος Μάιλσον.
   «Τουλάχιστον έχει ζέστη. Και τα φώτα δεν σε τυφλώνουν. Δεν παραγγέλνουμε λίγο κρασί;»
   Ο σύζυγός της πρέπει να παραμείνει αθώος. Ήταν σημαντικό δημόσιο πρόσωπο. Ο φίλος του κυρίου Μάιλσον το είχε επαναλάβει, ο φίλος που γνώριζε το δικηγόρο της κυρίας ντα Τάνκα. Όλα τα έξοδα πληρωμένα, είχε πει ο φίλος, και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό. Αυτό το διάστημα ο κύριος Μάιλσον θα αρκούταν σε ένα μικρό ποσό. Και, αν και τότε απέρριψε την πρόταση αμέσως, αργότερα είχε δει τον φίλο —γνωριμία στην πραγματικότητα— στην παμπ που πήγαινε κατά τις δωδεκάμισι τις Κυριακές, και είχε συμφωνήσει να συμμετάσχει στο έργο. Δεν ήταν για το μικρό χρηματικό ποσό. Το πράγμα είχε μάλλον κάποια γοητεία· Το όνομά του ως συνένοχος —εκεί υπήρχε κάτι απροσδόκητο! Ο λογαριασμός του ξενοδοχείου θα έφτανε στον σύζυγο της κυρίας ντα Τάνκα και αυτός θα τον προωθούσε στον δικηγόρο του. Πρωϊνό στο κρεβάτι και να θυμάται το πρόσωπο της υπηρεσίας που θα το έφερνε. Να περάσει τη μέρα του μαζί της και να σιγουρευτεί ότι και αυτή θυμόταν το δικό σου. Ω, είναι πολύ καλή, πολύ καλή η κυρία ντα Τάνκα —ή έτσι τον είχαν κάνει να πιστέψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια στον κύριο Μάιλσον· αλλά ο κύριος Μάιλσον είπε πως ασφαλώς δεν τον ενοχλούσε η καλοσύνη της κυρίας ντα Τάνκα. Τα καθήκοντά του τα ήξερε: δεν υπήρχε κάτι το προσωπικό. Θα το έκανε ο ίδιος, εξήγησε ο άνθρωπος στην παμπ, μόνο που δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά από μια ελκυστική γυναίκα μέσης ηλικίας. Αυτό ήταν το πρόβλημα για να βρει κάποιον να κάνει τη δουλειά.
   «Η ζωή μου υπήρξε δύσκολη», εξομολογήθηκε η κυρία ντα Τάνκα. «Απόψε έχω ανάγκη της συμπόνιας σας, κύριε Μάιλσον. Πείτε μου ότι την έχω». Το πρόσωπο και ο λαιμός της κοκκίνισαν: τα διέτρεχε ευδιαθεσία.
   Στο σπίτι, σ’ ένα ντουλάπι κάτω από τη σκάλα, είχε αποθηκεύσει τις μπότες που χρησιμοποιούσε στον κήπο του. Μεγάλες, βαριές στρατιωτικές μπότες, που ήταν του πατέρα του. Τις φορούσε τα Σαββατοκύριακα και περιφερόταν στον κήπο.
   «Η μίσθωση έληξε πριν από δύο χρόνια», είπε στην κυρία ντα Τάνκα, «και έμεινα εγώ με όλα εκείνα τα πράγματα, τα εργαλεία του κήπου, και τα έπιπλα και τα συμπράγκαλα από τρεις γενιές για να ξεφορτωθώ. Πιστέψτε με, δεν ήταν εύκολο να αποφασίσω τι να πετάξω».
   «Κύριε Μάιλσον, δε μου αρέσει ο σερβιτόρος».
   Ο κύριος Μάιλσον τεμάχισε προσεκτικά την μπριζόλα του: κομμάτι με τρεις γωνίες, περιποιημένο και ζουμερό. Έριξε επάνω του μανιτάρια και μουστάρδα, πρόσθεσε ένα κομματάκι πατάτας και το έφερε στο στόμα του. Μάσησε και ήπιε λίγο κρασί.
   «Τον γνωρίζετε;»
   Η κυρία ντα Τάνκα γέλασε χωρίς ευχαρίστηση· σαν το ράγισμα του πάγου. «Πώς να τον γνωρίζω; Δεν ξέρω γενικά σερβιτόρους. Τον γνωρίζετε εσείς;»
   «Ρωτώ επειδή δηλώσατε την απέχθειά σας γι’ αυτόν».
   «Μου επιτρέπετε να τον αντιπαθώ χωρίς να τον γνωρίζω;»
   «Όπως θέλετε. Μου έκανε εντύπωση ως πρόωρη απόφαση, αυτό είναι όλο».
   «Ποια απόφαση; Ποιο είναι πρόωρο; Τι είναι αυτά που λέτε; Μεθυσμένος είστε;»
   «Θεώρησα πρόωρη την απόφαση να αντιπαθείτε τον σερβιτόρο. Δε νομίζω ότι είμαι μεθυσμένος. Πιθανόν λίγο. Πρέπει κανείς να κρατά το πνεύμα του σε εγρήγορση».
   «Σας πέρασε από το μυαλό να φορέσετε ένα κάλυπτρο στο μάτι, κύριε Μάιλσον; Θα σας ταίριαζε, νομίζω. Σας χρειάζεται ένα διακριτικό. Η ζωή σας ήταν κενή; Δίνετε την εντύπωση πως η ζωή σας ήταν κενή».
   «Η ζωή μου υπήρξε όπως και πολλών άλλων. Κενή σε μερικά θέματα, πλήρης σε άλλα. Παρόλα αυτά βλέπω πολύ καλά. Τα μάτια μου είναι τα πραγματικά μου. Κανένα δεν είναι ψεύτικο. Δε βλέπω το λόγο για να φορέσω κάλυπτρο».
   «Μου κάνει εντύπωση που δε βλέπετε το λόγο για τίποτα. Δεν έχετε ζήσει, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν καταλαβαίνω».
   «Παραγγείλετε κι άλλο κρασί».
   Ο κύριος Μάιλσον, σήκωσε το χέρι του και το γκαρσόνι πλησίασε.  
   «Ένας άλλος σερβιτόρος παρακαλώ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.    «Μπορεί να μας σερβίρει ένας άλλος σερβιτόρος;»
   «Κυρία;» έκανε ο σερβιτόρος.
   «Δε θέλουμε εσάς. Θα στείλετε έναν άλλο στο τραπέζι μας;»
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος σε υπηρεσία, κυρία».
   «Εντάξει», είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Δεν είναι καθόλου εντάξει. Δεν ανέχομαι αυτόν τον άνθρωπο στο τραπέζι μας, να ανοίγει και να σερβίρει κρασί».
   «Τότε θα μείνουμε χωρίς».
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος υπηρεσίας, κυρία».
   «Υπάρχουν και άλλοι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο. Στείλε μας έναν φύλακα ή την κοπέλα από τη ρεσεψιόν».
   «Δεν είναι στην αρμοδιότητά τους, κυρία».
   «Ανοησίες, ανοησίες. Φέρε μας κρασί, άνθρωπέ μου, και λίγα λόγια».
   Ατάραχος ο σερβιτόρος έφυγε. Η κυρία ντα Τάνκα σιγομουρμούρισε ένα λαϊκό τραγούδι.
   «Είστε παντρεμένος, κύριε Μάιλσον; Υπήρξατε ποτέ παντρεμένος;»
   «Όχι, δεν παντρεύτηκα ποτέ».
   «Εγώ παντρεύτηκα δύο φορές. Είμαι παντρεμένη τώρα. Ρίχνω την τελευταία μου ζαριά. Ένας Θεός ξέρει πώς θα βρεθώ. Με βοηθάτε να διαμορφώσω το πεπρωμένο μου. Τι φασαρία που έκανε ο σερβιτόρος για το κρασί!»
   «Είναι κάπως άδικο. Ξέρετε, εσείς—»
   «Συμπεριφερθείτε σαν τζέντλεμαν, δεν μπορείτε; Πάρτε το μέρος μου μιας και είστε μαζί μου. Γιατί τα βάζετε μαζί μου; Σας έβλαψα;»
   «Όχι, όχι. Απλώς αποκαθιστούσα την αλήθεια».
   «Νάτος πάλι με το κρασί. Σαν πουλί είναι. Λέτε να έχει φτερά κολλημένα κάτω από τη στολή του σερβιτόρου; Σαν πουλί είσαι», επανέλαβε ρίχνοντας μια εξεταστική ματιά στο πρόσωπο του σερβιτόρου.  
   «Μήπως έπαιξε ρόλο κανένα πετούμενο στην καταγωγή σου;»
   «Δεν νομίζω, κυρία».
   «Αν και δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος; Πώς μπορείς να λες όχι, όταν δεν ξέρεις τίποτα για αυτήν;»
   Ο σερβιτόρος σέρβιρε κρασί σιωπηλός. Δεν ένιωθε αμήχανος, ούτε καν θυμωμένος, πρόσεξε ο κύριος Μάιλσον.
   «Φέρε καφέ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.
   «Κυρία;»
   «Πόσο δουλοπρεπείς είστε οι σερβιτόροι! Πόσο αντιπαθώ τη δουλοπρέπεια, κύριε Μάιλσον! Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ έναν δουλοπρεπή άντρα. Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ αυτόν τον σερβιτόρο για όλα τα πλούτη του κόσμου».
   «Δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο. Ο σερβιτόρος δεν φαίνεται να είναι ο τύπος σας».
   «Είναι ο δικός σας τύπος. Σας αρέσει, νομίζω. Να σας αφήσω να τα πείτε;»
   «Αλήθεια; Τι θα μπορούσα να του πω; Δεν γνωρίζω τίποτα για τον σερβιτόρο πέρα από το επάγγελμά του. Δεν επιθυμώ να μάθω. Δεν συνηθίζω να τριγυρίζω και να συγχρωτίζομαι με τους σερβιτόρους από τη στιγμή που με σέρβιραν».
   «Δεν είμαι υποχρεωμένη να το ξέρω. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τον τύπο σας ή τις προσωπικές και ιδιαίτερες συνήθειές σας. Πώς να τα ξέρω; Μόλις γνωριστήκαμε».
   «Θολώνετε κάπως το θέμα».
   «Είστε το ίδιο πομπώδης με τον ντα Τάνκα. Ο ντα Τάνκα θα έλεγε το θέμα και θολώνω».
   «Το τι θα έλεγε ο σύζυγός σας δεν με αφορά».
   «Υποτίθεται ότι είστε εραστής μου, κύριε Μάιλσον. Δεν μπορείτε να παίξετε λίγο θέατρο; Ο σύζυγός μου σας αφορά και πολύ. Θα πρέπει να θέλετε να τον διαλύσετε. Θέλετε;»
   «Δεν έχω συναντήσει τον άνθρωπο. Δεν τον γνωρίζω».
   «Ε, τότε, υποκριθείτε. Υποκριθείτε για το χατίρι του σερβιτόρου. Πείτε κάτι βίαιο που να το ακούσει ο σερβιτόρος. Παραβιάστε έναν όρκο. Βλαστημήστε. Χτυπήστε τη γροθιά σας στο τραπέζι».
   «Δε μου είπαν να συμπεριφερθώ κατ’ αυτόν τον τρόπο. Είναι ενάντια στη φύση μου».
   «Ποια είναι η φύση σας;»
   «Είμαι ντροπαλός και μετριόφρων»....

Aπόσπασμα από το διήγημα του που δημοσιεύτηκε σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου στο τεύχος 24ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

Ο William Trevor (William Trevor Cox) γεννήθηκε στο Mitchelstown, Cork της Ιρλανδίας το 1928. Σπούδασε στο Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου και μέχρι τα τριάντα του υπήρξε γλύπτης. Μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος από το 1958, θεωρείται από τους σπουδαιότερους διηγηματογράφους της αγγλικής γλώσσας. Πολλοί συγκρίνουν τα διηγήματά του με αυτά του Τσέχωφ (περιθωριοποιημένοι χαρακτήρες, ατμόσφαιρα κτλ). Ο W. T έχει δηλώσει ότι τον έχουν γοητεύσει Αμερικάνοι συγγραφείς ιδιαίτερα διηγηματογράφοι. Θαυμάζει τους F.  S. Fitzgerald, Faulkner, Hemingway,  J. Updike. Από τους Ιρλανδούς συγγραφείς αγαπά τους  G. Moore, J. Stephens, J. Joyce. Υποστηρίζει : «αν τα βιβλία μου φωτίζουν πλευρές των ανθρώπων δεν το κάνω συνειδητά. Είμαι ένας αφηγητής». Τιμήθηκε με τα βραβεία Hawthornden και Whitebread. Ζει στην Αγγλία, (Devon) από το 1950. Το διήγημα «Μια συνάντηση στη μέση ηλικία»( «A meeting in middle age») είναι απότη συλλογή The Collected Stories του 1993. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επτά βιβλία του, εκ των οποίων μόνο ένα είναι συλλογή διηγημάτων : Οι εργένηδες του λόφου ( The hill bachelors). Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 2016.

Οι φωτογραφίες από το Cork είναι του Γιώργου Γιαννόπουλου.

Η Τούλα Παπαπάντου είναι μεταφράστρια συνεργάτης του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ κυκλοφορούν τα διηγήματα της Εudora Welty Από που έρχεται η φωνή; σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου.